Το Retroathletics,σας κάνει μια ακόμη αναδρομή στο παρελθόν, εκτός από τα αφιερώματα σε παίκτες που έχουν προσφέρει στο Ελληνικό ποδόσφαιρο, στους καλύτερους τερματοφύλακες, και άλλα…
Ήρθε η ώρα για αφιερώματα σε σπουδαίους άσους του παρελθόντος από το εξωτερικό, παίκτες με πολλές διακρίσεις, τίτλους…
Το σημερινό μας αφιέρωμα είναι στον Αργεντινό γκλοτζή του παρελθόντος Γκαμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα, που σήμερα γίνεται 57 ετών.
Ποιος είναι ο Γκαμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα
Ο Γκαμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα (Gabriel Omar Batistuta, γεννήθηκε στις 1 Φεβρουαρίου του 1969) είναι Αργεντινός διεθνής πρώην ποδοσφαιριστής. Αγωνιζόμενος ως κεντρικός επιθετικός, έκανε σπουδαία καριέρα στην Ιταλία και υπήρξε ένας από τους καλύτερους επιθετικούς και σκόρερ της δεκαετίας του 1990.
Προερχόμενος από μεσοαστική οικογένεια, στην παιδική ηλικία ήταν άριστος μαθητής και ήθελε να γίνει γιατρός. Ο πατέρας του ήταν αγρότης και εργαζόταν σ’ ένα σφαγείο πουλερικών, ενώ η μητέρα του ήταν γραμματέας σε σχολείο. Στα διαλείμματα του σχολείου έπαιζε με τους φίλους του μπάσκετ και έτσι ενδιαφέρθηκε να γνωρίσει και άλλα αθλήματα. Η μεγαλύτερη αφορμή για να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο ήταν η κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978 που διοργανώθηκε στην Αργεντινή. Όταν διαπίστωσε ότι μπορεί να εξασφαλίσει οικονομικά τη ζωή του παίζουν ποδόσφαιρο γράφτηκε στην Γκρούπο Αλέγκρια, όπου ήταν και οι φίλοι του, πριν πάει στην Πλατένσε. Από εκεί τον κάλεσαν στη Ρεκονκουίστα, που πήρε το πρωτάθλημα της περιφέρειας -με νίκη επί των Νιούελς Ολντ Μπόις. Σκόραρε δύο γκολ, εντυπωσίασε τον προπονητή Μαρσέλο Μπιέλσα (μετέπειτα ομοσπονδιακός προπονητής της εθνικής) και έτσι ξεκίνησε την καριέρα του, από τη Νιούελς. Σύντομα ξεχώρισε στους νέους και προωθήθηκε στην ανδρική ομάδα του συλλόγου. Γρήγορος, δυνατός, διορατικός (σε ό,τι αφορά το γκολ), σκόραρε και με τα δύο πόδια από οποιοδήποτε απόσταση και ήταν ικανότατος στο ψηλό παιχνίδι. Κατά το Ντιέγκο Μαραντόνα “ήταν ο καλύτερος επιθετικός που ‘χω δει να παίζει”.
Αναλυτικά η καριέρα του
Στην Αργεντινή
Αγωνίστηκε με την πρώτη ομάδα την αγωνιστική περίοδο 1988–89 και πέτυχε 7 γκολ σε 24 παιχνίδια και με την ομάδα έφτασε στον τελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες. Με την απόδοσή του κέρδισε μεταγραφή στη Ρίβερ Πλέιτ. Στην ιστορικότερη ομάδα της χώρας του, από άποψη πρωταθλημάτων (πολυνίκης του θεσμού), παρόλο που οι εμφανίσεις του ήταν εντυπωσιακές, δεν παρέμεινε πέραν μιας σεζόν, λόγω της κόντρας που είχε αναπτύξει με τον προπονητή του Ντανιέλ Πασαρέλα. Ο προπονητής δεν θεωρούσε πως ο νεαρός επιθετικός είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει μεγάλη καριέρα. Γι’ αυτό το λόγο τον έθεσε εκτός ομάδας, με αποτέλεσμα ο Μπατιστούτα να βλέπει τα παιχνίδια της Ρίβερ από την εξέδρα.[4] Στο δεύτερο μισό της χρονιάς 1989–90, η Μπόκα Τζούνιορς άρπαξε την ευκαιρία και τον απέκτησε για την περίοδο 1990–91. Ο Μπατιστούτα σημείωσε 23 τέρματα σε 29 αγώνες και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος.
Φιορεντίνα
Το καλοκαίρι του 1991, ο Αργεντινός επιθετικός, υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας με την ιταλική Φιορεντίνα. Εκεί θα παραμείνει σχεδόν όλη του την καριέρα, αφού θα αποχωρήσει από τη Φλορεντία έπειτα από εννέα περιόδους. Την αγωνιστική περίοδο 1993–94, ο ομάδα αγωνίστηκε στη Σέριε Β, ο ίδιος σημείωσε 16 τέρματα και κατέκτησε την πρώτη θέση επιστρέφοντας στην πρώτη κατηγορία. Με την πτώση της ομάδας οι προτάσεις κορυφαίων ευρωπαϊκών συλλόγων όπως η Ρεάλ Μαδρίτης και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ έπεσαν στο κενό με τον ίδιο να παραμένει πιστός στην ομάδα του. Η επόμενη χρονιά ήταν η πιο παραγωγική του σημειώνοντας 26 τέρματα και αναδεικνυόμενος πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος της Ιταλίας. Εκείνη τη σεζόν σκόραρε σε 11 συνεχόμενα παιχνίδια (13 τέρματα), ρεκόρ που παραμένει ακατάρριπτο. Το 1996 κατέκτησε το Κύπελλο Ιταλίας και το Σούπερ Καπ. Αναδείχθηκε ακόμα πρώτος σκόρερ στο Ιταλικό Κύπελλο τη χρονιά που το κατέκτησε η Φιορεντίνα. Επίσης το 1998, αναδείχτηκε καλύτερος ξένος ποδοσφαιριστής του ιταλικού πρωταθλήματος. Εκείνη τη χρονιά αξιοσημείωτο παραμένει το χατ-τρικ που σημείωσε με αντίπαλο τη Μίλαν διακόπτοντας τη σειρά-ρεκόρ των 11 αγώνων και 929 λεπτών του τερματοφύλακα Γενς Λέμαν (αποτέλεσμα 3–1). Στα χρόνια του στη Φιορεντίνα δεν κατάφερε να κερδίσει τον πολυπόθητο τίτλο πρωταθλήματος φτάνοντας έως την τρίτη θέση της βαθμολογίας. Μέχρι και το τέλος της θητείας του στην ομάδα, έγινε ο πρώτος σκόρερ όλων των εποχών στην ιστορία της με 203 γκολ με 331 αγώνες.
Ρόμα και Ίντερ
Μετά από 10 χρόνια στη Φιορεντίνα, παραχωρήθηκε έναντι 70 δισ. ιταλικών λιρών, το καλοκαίρι του 2000 στη Ρόμα. Στο σύλλογο της πρωτεύουσας παρέμεινε για τρεις σεζόν, στις οποίες στέφθηκε πρωταθλητής Ιταλίας, κατακτώντας τη Σέριε Α το 2001, σημειώνοντας εκείνη τη σεζόν 20 τέρματα στο πρωτάθλημα. Την ίδια χρονιά κατέκτησε και το Σούπερ Καπ. Αξιοσημείωτη παραμένει η πρώτη συνάντηση της νέας του ομάδας με την προηγούμενη, όπου σημείωσε γκολ με προσπάθεια σουτ από 30 μέτρα που οδήγησε τη Ρόμα στη νίκη. Ορατά συγκινημένος βούρκωσε στο γήπεδο. Χαιρέτησε τους πρώην οπαδούς του στο τελευταίο σφύριγμα, οι οποίοι του έδειξαν την ίδια αγάπη και πίστη όπως είχαν όταν φορούσε το περιβραχιόνιό τους. Τη σεζόν 2002–03, ο Μπατιστούτα δεν κατάφερε να φτάσει τα υψηλά επίπεδα απόδοσης και στα μέσα της σεζόν, παραχωρήθηκε δανεικός στην Ίντερ. Στο τέλος της περιόδου, μένοντας σε μέτριες αποδόσεις και ένα σοβαρό τραυματισμό, αποχώρησε από το ιταλικό πρωτάθλημα μετά από 12 χρόνια, μένοντας ελεύθερος από τη Ρόμα. Στην καριέρα του στην Ιταλία σημείωσε συνολικά 184 γκολ σε 318 αγώνες πρωταθλήματος.
Το τέλος της καριέρας
Έχοντας πετύχει όλους τους στόχους της καριέρας του, στην Ιταλία, ο Μπατιστούτα αποδέχτηκε πρόταση συνεργασίας με την ομάδα του Κατάρ, Αλ-Αραμπί. Την πρώτη του σεζόν εκεί, το 2003–04, αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ του Πρωταθλήματος της χώρας, καταρρίπτοντας το ρεκόρ περισσότερων τερμάτων σε μία χρονιά, που κατείχε ο ντόπιος Μανσούρ Μουφτάχ με 24 γκολ. Ο Αργεντινός πέτυχε 25 σε 18 αγώνες. Μετά από τρεις αγωνιστικές της περιόδου 2004–05 οι επαναλαμβανόμενοι υποτροπιάζοντες τραυματισμοί των τελευταίων δύο χρόνων, τον οδήγησαν στην απόφαση να μην συνεχίσει το ποδόσφαιρο, σε ηλικία 35 ετών. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του σημείωσε 353 γκολ σε 629 επίσημους αγώνες.
Διεθνής καριέρα
Με την εθνική ομάδα της χώρας του, την Αργεντινή, έχει αγωνιστεί 78 φορές, σημειώνοντας 56 γκολ. Είναι ο δεύτερος σκόρερ όλων των εποχών στην ιστορία της εθνικής Αργεντινής, ενώ ήταν πρώτος μέχρι που ξεπεράστηκε από το Λιονέλ Μέσι. Έχει συμμετάσχει σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα, κατακτώντας τη δεύτερη θέση των σκόρερ το 1998 στη Γαλλία και την τρίτη το 1994 στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Το τρίτο του Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν του 2002 στη Νότια Κορέα και Ιαπωνία, όπου όταν αποκλείστηκε η Αργεντινή, ο ίδιος σταμάτησε την καριέρα του ως διεθνής. Έγινε επίσης ο πρώτος παίκτης (και παραμένει ο μόνος) που σημείωσε χατ τρικ σε δύο διαφορετικά Παγκόσμια Κύπελλα (απέναντι στην Ελλάδα το 1994 και την Τζαμάικα το 1998). Συμμετείχε σε 12 αγώνες Παγκοσμίων Κύπελλων και σημείωσε 10 τέρματα όντας πρώτος σκόρερ της Αργεντινής στη διοργάνωση μέχρι το 2022.
Με την Αργεντινή κατέκτησε Κόπα Αμέρικα, το 1991 και το 1993 και ένα Κύπελλο Συνομοσπονδιών το 1992. Επίσης αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στις διοργανώσεις Κόπα Αμέρικα του 1991 και του 1995. Η διοργάνωση του 1991 στη Χιλή ήταν αυτή που τον καθιέρωσε διεθνώς. Στο εναρκτήριο παιχνίδι σημείωσε δύο γκολ με αντίπαλο τη Βενεζουέλα. Ένα δύσκολο παιχνίδι εναντίον της διοργανώτριας χώρας στον επόμενο αγώνα όδευε στην ισοπαλία μέχρι που ο Μπατιστούτα σκόραρε 10 λεπτά πριν από τη λήξη. Απέναντι στη Βραζιλία, σε ένα παιχνίδι με 5 γκολ και 5 παίκτες που αποβλήθηκαν. Ο Μπατιστούτα πέτυχε το σημαντικότερο γκολ καθώς σημείωσε το 3–2. Στον τελικό απέναντι στην Κολομβία σημείωσε ένα ακόμα γκολ στη νίκη με 2–1. Η Αργεντινή κέρδισε τον πρώτο της τίτλο στο Κόπα Αμέρικα από το 1959 και στον Μπατιστούτα την πρώτη του διεθνή διάκριση. Ολοκλήρωσε το διοργάνωση ως κορυφαίος σκόρερ με 6 τέρματα. Στη διοργάνωση του 1993 η Αργεντινή έφτασε στον τελικό με αντίπαλο το Μεξικό και ο Μπατιστούτα σημείωσε και τα δύο γκολ στο τελικό 2–1. Τέλος, έχει ψηφιστεί ο καλύτερος Αργεντινός ποδοσφαιριστής της χρονιάς 1998 και τρίτος καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο το 1999. Το 2015 η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής (AFA) τον συμπεριέλαβε στην καλύτερη ενδεκάδα όλων των εποχών της ιστορίας της.
Τίτλοι και διακρίσεις
Ρίβερ Πλέιτ
Πρωτάθλημα Αργεντινής : 1989–90
Μπόκα Τζούνιορς
Τουρνουά Clausura : 1991
Φιορεντίνα
Κύπελλο Ιταλίας : 1995–96
Σούπερ Κύπελλο Ιταλίας : 1996
Ρόμα
Ιταλικό πρωτάθλημα : 2000–01
Σούπερ Κύπελλο Ιταλίας : 2001
Αργεντινή
Κόπα Αμέρικα (2) : 1991, 1993
Κύπελλο Συνομοσπονδιών FIFA : 1992
Τρόπαιο Αρτέμιο Φράνκι : 1993
Ατομικές διακρίσεις
Κορυφαίος σκόρερ Κόπα Αμέρικα (2) : 1991, 1995
Κορυφαίος σκόρερ του FIFA Confederations Cup : 1992
Κορυφαίος σκόρερ ιταλικού πρωταθλήματος : 1994–95
Κορυφαίος σκόρερ της Κυπέλλου Ιταλίας : 1995–96
FIFA XI (2) : 1997, 1998
Ασημένιο παπούτσι Παγκοσμίου Κυπέλλου : 1998
Παίκτης της Χρονιάς της Αργεντινής : 1998
Ομάδα ESM της Χρονιάς : 1998-1999
Ιταλικό πρωτάθλημα ξένος ποδοσφαιριστής της χρονιάς : 1999
Παγκόσμιος Παίκτης της Χρονιάς της FIFA : Χάλκινο Βραβείο 1999
FIFA 100
Κορυφαίος σκόρερ του Κατάρ : 2003–04
Ιταλική ποδοσφαιρική αίθουσα της φήμης : 2013
AFA καλύτερη ομάδα όλων των εποχών (δημοσιεύθηκε το 2015)
Δείτε τις καλύτερες στιγμές του







